Ε Κ Θ Ε Σ Η   Β Α Θ Υ Τ Υ Π Ι Α Σ  μυθιστόρημα [σελίδες 4o9] / [εξώφυλλο: πίνακας τού Max Beckmann] / εκδόσεις: Απόπειρα 2oo6 /

 

  

    Αυτό τό βιβλίο εγώ όταν τό 'γραφα, τό έλεγα «σφηνάκι». Γράφτηκε ανάμεσα σε άλλα 2 τεραστίων διαστάσεων (τό ένα είναι τρίτομο). Γράφτηκε για να ξεκουραστώ και να ξεσκάσω επειδή τά άλλα μέ βασάνιζαν. Βγήκε (για τά μέτρα μου) μικρό και, μολονότι όταν τό τέλειωσα, τό ένα από τά άλλα (με τίς 7οο σελίδες) ήταν επίσης τελειωμένο, καθώς είχα μείνει 12 (και πλέον) χρόνια στο ψυγείο (ή τήν σόμπα) γράφοντας (στο σπίτι μου δηλαδή) (μακριά απ’ τό γαϊδουροπάζαρο) αποφάσισα να δώσω αυτό πρώτα για έκδοση, που μού φάνηκε και πιο εύπεπτο και πιο ευσύνοπτο: Έκανα 6 χρόνια (και με περιπέτειες ξεκαρδιστικές, – απ’ αυτές που κλαις ξεκαρδισμένη κιόλας) να καταλάβω ότι είχα χάσει τό τραίνο τού πολιτισμού για τά καλά αυτής τής χώρας, κι ότι, ακόμα και αν ήθελα να τό εκδόσω μόνη μου – πέρα από τό ότι θα μού ’φευγε μια περιουσία – έχουμε να πούμε πολλά γι’ αυτό, μπορώ να ενημερώσω όποιον ενδιαφέρεται – μάλλον θα μιλούσα σ’ έναν τοίχο και πάλι. Όπερ και εγένετο. Η πλάκα είναι ότι εγώ, μ’ αυτό τό βιβλίο, ήμουνα υποψήφια θεωρητικά για όλα τά βραβεία δύο κιόλας ετών: και τού ’ο6 και τού ’ο7: Διότι τό βιβλίο τυπώθηκε μεν τό 2οο6, όπως γράφει και στον κολοφώνα, αλλά βιβλιοδετήθηκε (και κυκλοφόρησε) τό 2οο7. Όπως ξέρετε κι εσείς, τά πήρα βέβαια όλα. Και μάλιστα, κατά σύμπτωση, αυτή τή φορά, μπουρδουκλώσανε τά βραβεία, και τά δώσαν σε μία σεμνή τελετή και τών δύο χρόνων μαζί: Μην νομίζετε ότι αποβλέπω σε βραβεία γι’ αυτά που κάνω – αν απόβλεπα σε βραβεία σάς διαβεβαιώ ότι θα έγραφα άλλα, και, σάς διαβεβαιώ, ότι θα μπορούσα. Είμαι στο στοιχείο μου όταν μιμούμαι άλλους, τό κάνω καταπληκτικά. Όχι, ξέρω τί κάνω, και τώρα πια δεν περιμένω τίποτα. (Όπως θα διαβάσετε και στο μπλογκ μου, ούτε εκδότη δεν περιμένω πια να ξαναβρώ εύκολα). Τό ήθος τους όμως μέ ενδιαφέρει: Αυτός ο πολιτισμός μέ τσακίζει < : είναι όλο αυτό ένα φαινόμενο προς διερεύνηση φυσικά.>

    Από τήν «Έκθεση βαθυτυπίας» θα πάρετε μόνο μερικά κομματάκια. (Τό βιβλίο βρίσκεται ακόμα). Θα πω ένα πράγμα μόνο ειδικά γι’ αυτό: (Επειδή κοστίζουν πολύ τά δικά μου βιβλία) είναι ένα εκατομμύριο για μένα οι μερικές εκατοντάδες άνθρωποι που χωρίς κανείς να τούς σπρώξει (μα κανείς*) πήγαν, τό βρήκαν, και τό πήραν μόνοι τους. Δεν τούς ξέρω προσωπικά, αλλά να ξέρουν ότι τούς θεωρώ όλους, γυναίκες και άντρες φίλους μου [ακόμα και αν δεν τά συμπάθησαν όλα:] Δεν κάνω εγώ παρουσιάσεις για να συναντηθούμε, – σίγουρα όχι προς τό παρόν – αλλά τούς ευχαριστώ πολύ, όλους. Και ξέρουν ότι, όσοι θέλουν, αν θέλουν, θα μέ βρουν: γιατί, με όσους αγαπούν τήν άγρια μέρα μας, τήν απολίτιστη, (ελπίζω, ξέρω ότι) (ποτέ) δεν χανόμαστε: αρπάζουμε όλοι τόν χρόνο μας.

 

 { Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αναφέρει <στην αρχή τού κειμένου του - που ανάφερα κι εγώ στην αρχή - > τήν ρήση κάποιων άλλων (κριτικών υποθέτουμε): "Ό,τι δεν πουλάει δεν ζει": Πέρα από τήν δικιά του απάντηση - τόσο ωραία - ας τό αντιστρέψουμε κι εμείς τώρα, έστω και φορτισμένο με τήν εμπάθεια τής προσωπικής μου εμπλοκής (προσωπικής: δηλαδή τών φίλων μου - τών ανθρώπων που θαυμάζω:)

Χωνέψτε το καλά: μονάχα ό,τι δεν πουλάει ίσως και νά 'χει ζωή. } 

______________________________

 

 

 

   * Μια διευκρίνιση για τό «κανείς», επειδή δεν θέλω να είμαι άδικη –  ή αχάριστη: όταν λέω ότι δεν έγραψε κανείς, εννοώ ότι δεν έγραψε η κριτική (αυτή που είναι και η δουλειά της): Υπήρξε ένα (εκτενές πράγματι) κείμενο στο περιοδικό τής θεσσαλονίκης «εντευκτήριο» από τόν Γιώργο Συμπάρδη, κι άλλο ένα (σύντομο) από τόν Γιάννη Γαβαλά (σε εφημεριδούλα τής ελευσίνας, όπου αρθρογραφεί (πόσο τούς χαίρομαι αυτούς που ξαναγυρνάνε στα μέρη όπου έζησαν παιδιά)). Τούς ευχαριστώ και τό χάρηκα, και είπαν παραπάνω καλά απ’ όσο θα περίμενα, αλλά αυτοί είναι συγγραφείς, «άνθρωποι τής δουλειάς» (αυτό μετράει βέβαια πολύ για μένα), όμως: δεν πρόκειται ν’ αποτελέσουν άλλοθι για τούς «επαγγελματίες» που δεν ξέρουν απλώς να κάνουν καλά τή δουλειά τους εκτός κι αν θεωρούν επάγγελμα τίς (δημόσιες) σχέσεις και τήν προώθηση πωλήσεων στους (φίλους τους) εκδότες. (Όμως γι’ αυτά περισσότερα στο μπλο(γ)κάκι μου (θά ’ρθει σύντομα) – επειδή αφορούν πολύν κόσμο κι όχι μόνο εμένα, και πολύ ευρύτερες καταστάσεις – από ένα δικό μου, μπορεί ας πούμε και ανάξιο λόγου βιβλίο.)

   Με τόν Γιώργο Συμπάρδη πρωτοβγήκαμε στο γαϊδουροπάζαρο (τής πεζογραφίας) κι οι δυο τήν ίδια χρονιά, (στον «κέδρο», τό δικό του: «Μέντιουμ») (και έχω μιλήσει και εγώ γι’ αυτόν στο βιβλιοπωλείο «πολύχρωμος πλανήτης») και τό πρώτο βιβλίο με πεζογραφήματα τού Γιάννη Γαβαλά («Τά Σύνεργα τής Γραφής», στο «ροδακιό») εκδόθηκε τήν ίδια χρονιά με τό δεύτερο δικό μου – είμαστε από χρόνια φίλοι αλλά δεν πιστεύω ότι εκτιμούμε ο ένας τόν άλλον μόνο γι’ αυτό: Εξάλλου, ούτε αυτοί συμφωνούν πάντα με όσα λέω γι’ αυτούς, ούτε κι εγώ μαζί τους όταν αυτοί αναλύουνε τήν δικιά μου δουλειά:

   Για τήν κριτική τού Γιώργου παραδείγματος χάριν, θα είχα να πω ότι δεν έχει καθόλου δίκηο να μιλάει για αρχές τής μητριαρχίας (ότι «παρουσιάζονται» στο βιβλίο μου:) εγώ δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, ούτε ως φεμινίστρια, ή μάλλον ακριβώς ποτέ ως φεμινίστρια, τέτοιες εκφράσεις: και για άλλους λόγους, αλλά και γιατί πιστεύω ότι αυτοί είναι ορισμοί που φτιάχτηκαν από άντρες, όταν η εξουσία τους (η «πατριαρχία» ταιριάζει άνετα εδώ) εγκαθιδρύθηκε για τά καλά πλέον, και, ή δεν ήταν σε θέση (οι ίδιοι πια) να καταλάβουν τί σήμαινε η (απόλυτη) ελευθερία τού έρωτα που είχε προηγηθεί (στα «καθεστώτα τών γυναικών» – που αυτοί βάλθηκαν να σβήσουν – και στα οποία δεν ήταν η μητρότητα που χαρακτήριζε τά πράγματα, αλλά ο έρωτας ακριβώς – νά κάτι που όλοι θέλουν να ξεχνούν: η μητρότητα δεν μπήκε ως γυναικεία «αξία» στην ιστορία παρά μόνο όταν εισήλθε και η «αξία τών πατεράδων»: ώς τότε η μοναδική αξία ήταν ο έρωτας – και η ελεύθερη ελευθερία του (που θα ’λεγε κι ο Ρεμπώ) – (τί θυμήθηκα τώρα) ή διότι όντως έπρεπε να σβηστεί και η μνήμη ακόμα εκείνης τής ελευθερίας, προφανώς και ως όνομα.) (Όσοι διαβάσουν τά βιβλία μου θα μέ καταλάβουν καλύτερα: Τό να υποστηρίζουν (ας πούμε: στην «Έκθεση Βαθυτυπίας») οι γυναίκες ότι η «μητρότητα» δεν είναι αναγκαστικά επιθυμία τους, παραπέμπει σε μια επαναφορά εκείνων τών λογικών (τής ελευθερίας) που πιστεύω ακράδαντα ότι, ως λογικές, θα ξανάρθουν: και όχι μόνο γιατί, κατά καιρούς όντως ξανάρθαν στην ιστορία, έστω κι αν καταπνίγηκαν και αποσιωπούνται σήμερα: η κύρια λογική αυτών τών γυναικών είναι ότι η χειραφέτησή τους είναι αντιπαθής στους άντρες όταν οι άντρες είναι παιδιά μανάδων μη χειραφετημένων – μεγαλώνουν λοιπόν ελπίζοντας, μέσω τού «έρωτα» να αποκτήσουν, επιτέλους, τόν δούλο για τόν οποίο κάποιος τούς προετοίμασε. Τά ερωτικά «δράματα» έχουν μια βάση, τίς περισσότερες φορές, εξαιρετικά πεζή, άλλο αν αυτό δεν τά κάνει λιγότερο συγκινητικά, και οδυνηρά για τούς ήρωες. Ο φόβος για τόν έρωτα είναι ούτως ή άλλως μια λυπητερή ιστορία – και οι περιπέτειες που προκύπτουν ενδιαφέρουσες – εμένα αυτά μέ ενδιαφέρουν. Τό αν αυτά κυρίως μέ κάνουν αντιπαθή στους «κριτικούς» («άντρες» και «γυναίκες» (σ’ αυτόν τόν βαθειά «πολιτισμένο» κόσμο)) να μην πω τώρα πού τό έχω γράψει – διότι δεν θέλω να χρησιμοποιώ και εκφράσεις που υποτιμούν, αποτελεσματικά πάντως τό σώμα.)

 

    Μπορείτε να διαβάσετε λοιπόν τώρα καμιά πενηνταπενταριά σελίδες από τίς περίπου 400 τού βιβλίου [συγκεκριμένα : δέκα σελίδες από τό πρώτο κεφάλαιο, τρεις από τό δεύτερο, καμιά δεκαριά από τό ενδιάμεσο «θεατρικό», δέκα από τόν «επίλογο», και: από τίς (δεύτερες) «εκθέσεις» περίπου είκοσι σελίδες, μοιρασμένες όμως στα δύο: γιατί τό τελευταίο μέρος τού τελικού αυτού κεφάλαιου μπήκε σε ξεχωριστή «σελίδα» και καθώς περιγράφει – μεταξύ άλλων – και μια βερολινέζικη πορεία για τήν αποποινικοποίηση (που τήν βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, από κάθε άποψη), θεώρησα καλό να σάς βάλω τώρα και μερικές φωτογραφίες (που δεν υπάρχουν στο εκδομένο βιβλίο). (Αυτό δεν θα κάνει τούς επαρκείς αναγνώστες και τίς αναγνώστριες να υποθέσουν ότι όλο τό βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό στο σύνολό του: μυθιστορήματα γράφω, όταν γράψω τήν αυτοβιογραφία μου θα τό αναγγείλω)].

    Πατήστε εδώ πάλι για PDF  ώστε να έχετε τό κείμενο σε μορφή βιβλίου (και αν θελήσετε να τό τυπώσετε, να τό διαβάσετε με μεγαλύτερη άνεση (και σελιδοποιημένο)). (Τό καταλάβατε ήδη ότι εγώ είμαι αδιόρθωτα ακόμα «τού χαρτιού», μ’ ενδιαφέρει δηλαδή ακόμα και η τυπωμένη «όψη»: αν σάς ενδιαφέρει λοιπόν κι εσάς – ακόμα καλύτερα: συνεννοηθήκαμε.)

 

 

 

 

 

 
     
  ▲ αρχή  
  ► συνεχίστε να διαβάζετε  
     
 
copyright © 2008 hari stathatou for her texts and photos: all rights reserved