επιτύμβιο: // πάνω σ’ αυτήν τήν πλάκα μία κίνηση επιθανάτια και / ατελείωτη έχει παραδοθεί / όχι τροφός αλλά πρωτοπαλλήκαρο μέσ’ απ’ τό τάσι / γέρνει ελαφρά και ακουμπάει με τό δάχτυλο τό καρυοφίλι / προσφέροντας στον θάνατο μία στάση για χρόνια / προσφέροντας ένα κομμάτι ποίημα και δημοτικό / μία κουβέντα οικεία και συγγενική πέρ’ απ’ τή μάχη // Γέρνοντας ελαφρά σ’ αυτά τά επιτύμβια / ολόϊσια βαστώντας κάπου τήν πληγή και κουβεντιάζοντας // τήν τελευταία στιγμή που όλα είν’ οριστικά / και δεν θα γίνει χάκι.//

Αυτό είναι ένα δείγμα από τήν συλλογή «Ιστορίη» που τμήμα της εκδόθηκε από τόν «Κάλβο» τό 1980 με τόν τίτλο «Κυριακάτικη Διασκέδαση». Στις σημειώσεις στο τέλος τού βιβλίου υπήρχε η διευκρίνιση πως αυτά ήταν τά τελευταία λόγια τού Καραϊσκάκη όταν χτυπήθηκε πισώπλατα στην μάχη τού Φαλήρου – ήταν σαφές τότε για όλους πως ομοεθνής τόν πυροβόλησε: «Ξέρω τόν αίτιο, κι αν ζήσω παίρνουμε χάκι». («Θα πάρω εκδίκηση» εννοούσε. Δεν πήρε.)
Τά ποιήματα αυτά θα ήμουν άδικη αν έλεγα πως δεν τά πρόσεξε η κριτική. Γράφτηκε (εκτενής) κριτική στην «Αυγή» (Στέφανος Μπεκατώρος) και εξίσου εκτενές κείμενο στο φεμινιστικό περιοδικό «Πόλη Γυναικών» (Ανθή Χατζηασλάνη). Θυμάμαι ακόμα τόν ποιητή (τότε, μόνο ποιητή) Τηλέμαχο Χυτήρη που εργαζόταν στην «Ώρα» τού Μπαχαριάν: τόν θυμάμαι με αγάπη: Επέμενε τόσο να διαβάσω τά ποιήματά μου, η ίδια, εκεί. Δεν θέλησα. (Σήμερα, που σκεπάζει άκρα τού τάφου σιωπή κάθε δουλειά που εκδίδω, τά θυμάμαι αυτά με χαρά και με λύπη.)
Τήν εποχή που εκδόθηκαν τά ποιήματά μου (ο ίδιος εκδοτικός οίκος – ενδιαφερότανε – κι ήταν ο μόνος – για τούς νέους τότε – είχε προγραμματίσει (λίγο νωρίτερα) να εκδόσει και μια ποιητική μου συλλογή με τόν τίτλο «33 Διαστήματα». (Τό 33 αναφερόταν στα κενά ανάμεσα στα 34 ποιήματα τής συλλογής). Επρόκειτο για μια «σειρά» που θα έβγαζε και άλλους: Είχα υποβάλει τή δουλειά μου (ήτανε τό ’72 – ’73) με τό ψευδώνυμο Αναγνώστου. Η σειρά σταμάτησε εξαιτίας τών τότε κυνηγητών – ήταν και οι ίδιοι οι εκδότες αριστεροί – διαλύθηκαν όλα.) δίνοντάς τους τήν καινούργια μου δουλειά με τή μεταπολίτευση τούς είχα δώσει και ένα πεζό μαζί, τό «Μεταφραστικό Τμήμα» που είχε επίσης εγκριθεί για έκδοση: να εξηγήσω ίσως τόν τίτλο:
Τήν δεκαετία τού ’70 τό ’χα σκάσει απ’ τό σπίτι μου και έκανα κυρίως μεταφράσεις, παραγγελίες, οτιδήποτε, για να ζήσω. Μέ είχαν πλήξει βαθύτατα τά εκδοτικά ήθη τής εποχής – εκτός απ’ τά μεταφραστικά. (Η δημοφιλής πεζογραφία που κυκλοφορούσε τότε ήταν μεταφράσεις από Νόρες και Άρλεκιν, ή αστυνομικά. Τά υπόλοιπα ήταν η – αφανής – σοβαρή λογοτεχνία). (Όπως και τώρα). Όχι μόνο οι μεταφραστές, αλλά και ειδικά οι εκδότες μού είχαν σπάσει τά νεύρα: η αμορφωσιά τους ήταν κάτι τό απίστευτο: Μην ξέροντας μάλλον ξένες γλώσσες οι ίδιοι, και θύματα ασφαλώς μιας ανύπαρκτης παιδείας περί τά λογοτεχνικά, νόμιζαν ότι οι μεταφράσεις γίνονται από κάποιους υπεράνθρωπους ή ανώμαλους, με τό που θα «σκανάρουν» τό βιβλίο με τά μάτια. (Εξ αυτού ίσως και πλήρωναν τόσο λίγο). (Και εξ αυτού σού ζητούσαν τή μετάφραση στη μια βδομάδα πάνω: Τί έγινε, ακόμα; σού έλεγαν). (Αποτέλεσμα ήταν οι μεταφραστικές αθλιότητες που μέ πλήγωναν – μέσ’ στην εξαιρετική αφέλειά μου – αφόρητα). (Εγώ ήμουνα έτσι κι αλλιώς αργή, και είμαι ακόμα. Όταν πρόκειται για μετάφραση, επιβεβαιώνω και τίς λέξεις που ήδη ξέρω). <Γι’ αυτό όχι μόνο δεν έκανα καριέρα στα μεταφραστικά, και τόρριξα στις διορθώσεις και τίς επιμέλειες – που μού πέφτουν πιο ανώδυνες – αλλά δεν κατάφερα να τελειώσω και καμιά από τίς μεταφράσεις που μ’ ενδιέφεραν. (Γι’ αυτό τό θέμα θα ’θελα να πω περισσότερα, αλλά ας πω μονάχα εδώ ότι οι συγγραφείς που αγαπώ, και που θα ’θελα να μεταφράσω, ύστερα από λίγο μέ σπρώχνουν – πάντα – να γράψω ένα δικό μου βιβλίο).>.
Τό «Μεταφραστικό Τμήμα» ήταν στην ουσία μυθιστορηματικό δοκίμιο (έναν χαρακτηρισμό που τόν αποφάσισα όμως αργότερα για τά βιβλία μου). Είχε τήν κακή τύχη λοιπόν να προκαλέσει τήν αντιπάθεια ενός (επίσης;) μεταφραστή (επίσης;) πεζογράφου (και επίσης αργότερα «κριτικού») (πληροφορήθηκα από άλλους για τίς διεργασίες στις οποίες με ζέση επιδόθηκε για να μην εκδοθεί τό βιβλίο) ο οποίος κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι είχε αγαπήσει και μία γλωσσολογική παρατήρηση απ’ αυτές που υπήρχαν άφθονες – και αποτελούσαν ίσως και τήν ουσία τού Μεταφραστικού Τμήματος – και τήν παρουσίασε για δικιά του σε άρθρο του. Τότε, μέ εξέπλητταν, είν’ η αλήθεια, ακόμη, αυτά τά ήθη. Σήμερα, τό μόνο που έχω να πω είναι ότι αποζημιώνομαι (ικανοποιητικά) από τό ότι δεν πάω να εκδικηθώ (ποτέ) κανέναν: οι άνθρωποι τιμωρούνται από μόνοι τους. Από τό πρόσωπο, εννοώ, που απόκτησαν.
Τό «Μεταφραστικό Τμήμα» έχει πάρει τήν σειρά του, και θα εκδοθεί αργότερα: τό υλικό έχει και μικρύνει, και μεγαλώσει, αλλά είναι (όπως πάντα (!)) διασκεδαστικό.

Ο λόγος που δεν συνέχισα να γράφω ποίηση, και άφησα και τήν Ιστορίη εκείνη ατέλειωτη, ήτανε διπλός – ή τριπλός: Ο πρώτος λόγος θα φανεί εύκολα, σε έναν επαρκή αναγνώστη, από τό δείγμα που έβαλα: Δεν είχα – ειδικά στην Ιστορίη – δικιά μου φωνή: Οι απόηχοι, από φωνές άλλων (παρά)ακουγόντουσαν. Ο δεύτερος λόγος θα φαινόταν σε κάποιον που θα ήξερε όλη τήν ποιητική μου παραγωγή (τά 33 Διαστήματα επί παραδείγματι, ή μια άλλη συλλογή, που είχε προηγηθεί, και που τήν ονόμαζα Υπνοβασία.) (Υπήρξαν κι άλλα ποιήματα, σε «συλλογές» ή σκόρπια, που βρίσκονταν εδώ και κει, και με τίς αλλεπάλληλες μετακινήσεις τά έχω χάσει. Δεν πειράζει): Διαπίστωσα ότι η ποίηση έβγαζε από μέσα μου περισσότερον συναισθηματισμό απ’ ό,τι θα ’θελα – κι απ’ ό,τι ήταν, εξάλλου, και τό φυσικό μου. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος. (Ίσως γι’ αυτό άρεσε η ποιητική μου δουλειά όμως σε όλους): Αυτός θα μπορούσε να ’ναι ο τρίτος λόγος, αλλά δεν ήτανε (μόνο αυτός): Τόν τρίτο λόγο θα τόν βρει όποιος διαβάσει τήν πεζογραφία μου: Καλύτερα να τόν βρει κανείς μόνος του.
(Αυτά που λέω για τά ποιήματά μου, μπορώ να τά λέω τώρα με άνεση: εκείνη η δουλειά δεν βρίσκεται πια, έχει εξαντληθεί (προτιμώ αυτήν τήν έκφραση από τό «έχει πολτοποιηθεί» – που ίσως να βρίσκεται και πιο κοντά στην αλήθεια). Εξάλλου με τόν «Κάλβο» δεν είχα καμιά επαφή από ένα σημείο και πέρα – και σήμερα έχει σταματήσει να εκδίδει).
Ας πάμε λοιπόν στην πεζογραφία μου: γυρίστε στην αρχή και επιλέξτε ένα από τά τρία μυθιστορήματα που έπονται – με (μάλλον εκτενή) αποσπάσματα: θα έλεγα να τά πάρετε με τή σειρά ξεκινώντας απ’ τά ήδη εκδομένα και πηγαίνοντας τελικά στο ανέκδοτο, αλλά μπορείτε φυσικά να αλλάξετε και τή σειρά, στο χέρι σας είναι –