Π Ρ Ο Ε Τ Ο Ι Μ Α Σ Ι Ε Σ μυθιστόρημα [σελίδες 357] [εξώφυλλο: ζωγραφική Δημήτρη Καλοκύρη] / εκδόσεις: κέδρος 1987 /

Αυτό τό βιβλίο είχε καλύτερη τύχη από τό επόμενο - οι καιροί ήταν ακόμα απολίτιστοι - και τό αναγγείλανε και κάποια έντυπα - γράφτηκε και ένα μικρό σημείωμα κάπου - όπου η κριτική απόρησε κυρίως για τό αν επρόκειτο όντως περί μυθιστορήματος - για τί επρόκειτο όμως, δεν είπε -. (Διήγημα δεν ήταν σε καμία περίπτωση, διότι ήτανε ογκώδες). (Αυτή είναι η κατάρα μου, φαίνεται). (Η αλήθεια είναι ότι μέ είχαν καλέσει στο ραδιόφωνο κάμποσοι άνθρωποι τότε. Έβαλα στους περισσότερους τρικλοποδιές, αν και τελικά πήγα στους περισσότερους. Έχω μια τάση σήμερα (που είμαι και ευαίσθητη μετά απ’ όσα γίνανε) να ζητήσω συγνώμη από όσους δεν πήγα γιατί είχαν τήν διακριτικότητα να μην επιμείνουν ιδιαίτερα. (Θυμάμαι μία κοπέλα (θυμάμαι ακόμα και τ’ όνομά της): τής έκανε τόσο εντύπωση που τής είπα ότι δυσκολεύομαι να μιλήσω για μένα, και δεν επέμεινε: τήν ευχαριστώ <καθυστερημένα> γι’ αυτήν τήν ευγένεια. Σήμερα που η αγένεια - και ο πολιτισμός γενικά - έχουν γίνει τόσο καθεστώς σκέφτομαι σχεδόν με νοσταλγία κείνους τούς ανθρώπους που ενδιαφέρθηκαν τόσο για ένα πρώτο βιβλίο.) (Καμιά από κείνες τίς εκπομπές πια δεν υπάρχουν).)
(Θυμάμαι κι ένα άλλο χαριτωμένο (εφιαλτικό δηλαδή), απ’ αυτά που μέ πειράζουν πολύ): Στην πορεία τής αφήγησης είχα ενσωματώσει τήν ιστορία μιας γυναίκας που αγαπούσα όταν ήμουν μικρή (και που όταν έγραψα τό βιβλίο είχε πεθάνει): ήταν μια ιστορία από τήν Μακρόνησο, που τήν είχα ακούσει πολλές φορές καθώς μεγάλωνα, και, κάπου στην εφηβεία μου, κράτησα και σημειώσεις όπως μού τήν ξανάλεγε, μπροστά της: Οι γάτες της μέ φλερτάρανε συνεχώς σ’ εκείνο τό τρυφερό σπίτι τής Καλλιδρομίου (είχα πάει πια εγώ επίσκεψη) κι εκείνη κοιτούσε χαμογελώντας εμένα και τά χαρτιά μου, καθώς, καθισμένη στο πάτωμα, τά μουντζούρωνα βιαστικά για να μην χάσω τόν ειρμό της. (Δεν έβαλα όλη τήν ιστορία από τήν θεία μου τήν Ρένα στις Προετοιμασίες. Τό καταπληκτικότερο κομμάτι - αυτό που εμένα μού φαίνεται συγκλονιστικό - έχει πάει αλλού (ακόμα ανέκδοτο)). Λοιπόν, ένας φίλος (νέος, αριστερός, αλλά μεγαλύτερός μου - με εξορίες επί χούντας) (και με πατέρα ακόμα πιο βασανισμένο) παρατήρησε όταν τό βιβλίο βγήκε (τό είπε σε άλλον, όχι σε μένα) πως Εντάξει, αλλά έχει κάνει ένα λαθάκι όμως η Χάρη: δεν υπήρχαν γυναίκες στη Μακρόνησο. (Ο φίλος μου επέμεινε γιατί ήξερε τήν ιστορία, κι ο άλλος είπε τότε: Καλά, θα ρωτήσω τόν Τάδε που ’ναι αρχείο γι’ αυτά, και θα σού πω. (Λίγο καιρό μετά μάς πληροφόρησε ότι: – Εντάξει, υπήρχε κι ένα τμήμα για γυναίκες.)) (Χρόνια αργότερα, ξανασυνάντησα αυτόν τόν πολιτισμό και σε πιο παλιούς αριστερούς: αυτό που μ’ ενοχλεί είναι η έλλειψη ευαισθησίας, όχι τόσο η άγνοια: Ένας σε μια συγκέντρωση γυναικών, όπου αφηγούνταν όλες τών παθών τους τόν τάραχο, ζήτησε εντέλει τόν λόγο, ανέβηκε στο βήμα, και είπε (δεν υπήρχε γαμώ τό κέρατό μου, λύπη στη φάτσα του:) Αυτά όλα εδώ, εγώ πρώτη φορά τά ακούω: Δεν τά ξέρουμε: Γιατί δεν μάς τά λέγατε;)
(Χαίρομαι που είχα πάει για να κινηματογραφήσω – είναι η αρχαία τρέλα μου τό σινεμά – και γύρισα ευτυχώς τόν φακό και πήρα τά πρόσωπα αυτών τών γυναικών που τόν κοιτούσαν – όπως τόν κοιτούσαν: παλιές αντάρτισσες, παλιές καπετάνισσες, παλιές τσακισμένες, κι ακόμα ατσάκιστες, τόν στείλαν χωρίς να τού απαντήσουν, στις φωτιές τής κολάσεως. Δικαιοσύνη.)
Θα σάς παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τίς «Προετοιμασίες». Από αυτά τό ένα, θα είναι η ιστορία τής θείας μου τής Ρένας: Τό βιβλίο δεν βρίσκεται πια (*) – μην πάτε να τό αγοράσετε – ακόμα κι αν ενθουσιαστείτε – έκανε μια έκδοση, και αυτό ήτανε. Εγώ τό αγαπώ όμως, κι όταν κάνω κάποτε δεύτερη θα επαναφέρω και κάποιες διατυπώσεις τής α΄ γραφής – ήταν νομίζω καλύτερες: μικροπράγματα πάντως.
* (περιηγούμενη πριν λίγες μέρες τά κατατόπια τού διαδίκτυου εδωπέρα, είδα ότι ο εκδότης τό αναφέρει ως (ακόμα) υπάρχον – τί να πω, εμένα πάντως (και άλλων) μάς λέει (από καιρό) ότι δεν τό ’χει – άβυσσος, ως συνήθως τά εκδοτικά …)

Έχετε λοιπόν τώρα για διάβασμα καμιά τριανταπενταριά σελίδες τού βιβλίου [συγκεκριμένα θα διαβάσετε κομμάτια από πέντε του κεφάλαια, δηλαδή: δύο σελίδες από τό πρώτο κεφάλαιο, πέντε σελίδες από τό τρίτο, πέντε από τό τέταρτο, έξη από τό πέμπτο και δεκατρείς από τό έβδομο και τελευταίο.]
Πατήστε εδώ για να πάρετε τά αποσπάσματα αυτά σε PDF πράγμα που θα τά κάνει να διαβάζονται πιο εύκολα και να τυπωθούν επίσης καλύτερα, αν θέλετε ή έχετε συνηθίσει να διαβάζετε μεγαλύτερα κείμενα έτσι (αν εξακολουθείτε δηλαδή να αγαπάτε όπως εγώ (ακόμα) τό χαρτί.)